Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shill
01
συνεργός, συνενοχός
a person who secretly or dishonestly promotes something for personal gain
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shills
Παραδείγματα
That shill praises anything he's paid to mention.
Αυτός ο κρυφός προωθητής επαινεί οτιδήποτε του πληρώνουν να αναφέρει.
to shill
01
ενεργώ ως συνεργός απάτης, παίζω το ρόλο του δοσίλογου
act as a shill
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shill
γ΄ ενικό πρόσωπο
shills
ενεστώτα μετοχή
shilling
απλός αόριστος
shilled
παθητική μετοχή
shilled



























