shell shock
shell
ʃɛl
shel
shock
ʃɒk
shok

Ορισμός και σημασία του "shell shock"στα αγγλικά

01

τραυματικό σοκ, πολεμική νεύρωση

a type of stress-related disorder affecting some soldiers who have served in wars 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shell shocks
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store