Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shelf
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shelves
Παραδείγματα
She arranged her collection of porcelain figurines neatly on the living room shelf.
Τακτοποίησε τη συλλογή της από πορσελάνινα ειδώλια τακτοποιημένα στο ράφι του καθιστικού.
02
ράφι, προθήκη
a projecting ridge on a mountain or submerged under water
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
shelflike
shelfy
shelf



























