Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shed blood
01
χύνω αίμα, χάνω αίμα
lose blood from one's body
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
blood
βασικό ρήμα
shed
ενεστώτας
shed blood
γ΄ ενικό πρόσωπο
sheds blood
ενεστώτα μετοχή
shedding blood
απλός αόριστος
shed blood
παθητική μετοχή
shed blood
02
χύνω αίμα, κάνω αίμα να χυθεί
kill violently



























