Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shed
01
ρίχνω, αλλάζω
to let hair, skin, horn, or feathers fall naturally
Παραδείγματα
The lizard shed its skin as it grew larger.
Η σαύρα έριξε το δέρμα της καθώς μεγάλωνε.
02
ξεφορτώνομαι, απορρίπτω
to get rid of something that is not wanted or needed anymore
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shed
γ΄ ενικό πρόσωπο
sheds
ενεστώτα μετοχή
shedding
απλός αόριστος
shed
παθητική μετοχή
shed
Παραδείγματα
The organization shed its outdated policies to adapt to the changing market demands.
Ο οργανισμός απαλλάχθηκε από τις ξεπερασμένες πολιτικές του για να προσαρμοστεί στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της αγοράς.
03
χύνω, ξεχύνομαι
to accidentally release or spill a liquid or substance in a sudden and uncontrolled manner
Παραδείγματα
During the experiment, the scientist accidentally shed a chemical onto the lab bench.
Κατά τη διάρκεια του πειράματος, ο επιστήμονας κατά λάθος έχυσε μια χημική ουσία στο πάγκο του εργαστηρίου.
04
χύνω, ρίχνω
to let a substance flow out or spill over
Παραδείγματα
Trees in the forest often shed resin that hardens over time.
Τα δέντρα στο δάσος συχνά εκκρίνουν ρητίνη που σκληραίνει με το χρόνο.
Shed
01
παράπηγμα, αποθήκη
a simple and small cottage-like building that is built to store things or shelter animals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sheds
Παραδείγματα
She bought a new shed to organize her gardening equipment and supplies.
Αγόρασε ένα νέο παράπηγμα για να οργανώσει τον εξοπλισμό και τα προμήθειά της στην κηπουρική.
02
υπόστεγο, αποθήκη
a large, simple industrial building used to house machinery or equipment
Dialect
British
Παραδείγματα
The company expanded its storage shed for new machinery.
Η εταιρεία επέκτεινε τον υπόστεγο αποθήκευσης για τα νέα μηχανήματα.
shed
01
απορριφθείς, χαμένος
cast off or lost at an early stage of development
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Shed leaves decomposed quickly in the damp soil.
Τα πεσμένα φύλλα αποσυντίθενται γρήγορα στο υγρό έδαφος.
Λεξικό Δέντρο
shedder
shedding
shed



























