Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shed
01
ρίχνω, αλλάζω
to let hair, skin, horn, or feathers fall naturally
Παραδείγματα
Birds shed old feathers during molting season.
Τα πουλιά ρίχνουν τα παλιά φτερά κατά τη διάρκεια της περιόδου του πετάγματος.
02
ξεφορτώνομαι, απορρίπτω
to get rid of something that is not wanted or needed anymore
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shed
γ΄ ενικό πρόσωπο
sheds
ενεστώτα μετοχή
shedding
απλός αόριστος
shed
παθητική μετοχή
shed
Παραδείγματα
After the spring cleaning, she shed a lot of old clothes that no longer fit her.
Μετά τον εαρινό καθαρισμό, απαλλάχθηκε από πολλά παλιά ρούχα που δεν της πήγαιναν πλέον.
03
χύνω, ξεχύνομαι
to accidentally release or spill a liquid or substance in a sudden and uncontrolled manner
Παραδείγματα
The worker accidentally shed oil all over the factory floor, making it slippery.
Ο εργάτης κατά λάθος έχυσε λάδι σε όλο το πάτωμα του εργοστασίου, κάνοντάς το γλιστερό.
04
χύνω, ρίχνω
to let a substance flow out or spill over
Παραδείγματα
The wound caused her arm to shed a small amount of blood.
Η πληγή προκάλεσε το χέρι της να χύσει μια μικρή ποσότητα αίματος.
Shed
01
παράπηγμα, αποθήκη
a simple and small cottage-like building that is built to store things or shelter animals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sheds
Παραδείγματα
The tools were neatly arranged inside the garden shed behind the house.
Τα εργαλεία ήταν τακτοποιημένα με προσοχή μέσα στο κτισάκι του κήπου πίσω από το σπίτι.
02
υπόστεγο, αποθήκη
a large, simple industrial building used to house machinery or equipment
Dialect
British
Παραδείγματα
The factory's engine shed was filled with heavy machines.
Το υπόστεγο του εργοστασίου ήταν γεμάτο με βαριά μηχανήματα.
shed
01
απορριφθείς, χαμένος
cast off or lost at an early stage of development
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The insect's shed skin was found on the leaf.
Το απορριφθέν δέρμα του εντόμου βρέθηκε στο φύλλο.
Λεξικό Δέντρο
shedder
shedding
shed



























