Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sheaf
01
δέμα, δεμάτι
a collection of items, typically papers or stalks of grain, bound together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sheaves
Παραδείγματα
The artist 's portfolio contained a sheaf of sketches and paintings.
Το πορτοφόλι του καλλιτέχνη περιείχε ένα δεμάτι σκίτσων και πινάκων.



























