sheaf
Pronunciation
/ˈʃif/

Ορισμός και σημασία του "sheaf"στα αγγλικά

01

δέμα, δεμάτι

a collection of items, typically papers or stalks of grain, bound together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sheaves
Παραδείγματα
The artist 's portfolio contained a sheaf of sketches and paintings.
Το πορτοφόλι του καλλιτέχνη περιείχε ένα δεμάτι σκίτσων και πινάκων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store