sheaf
sheaf
ʃi:f
shif
shelf

Ορισμός και σημασία του "sheaf"στα αγγλικά

01

δέμα, δεμάτι

a collection of items, typically papers or stalks of grain, bound together 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sheaves
Παραδείγματα
The farmer carried a sheaf of wheat from the field to the barn. 

Ο αγρότης κουβάλησε ένα δεμάτι σιταριού από το χωράφι στην αχυρώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store