Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sheaf
01
δέμα, δεμάτι
a collection of items, typically papers or stalks of grain, bound together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sheaves
Παραδείγματα
The farmer carried a sheaf of wheat from the field to the barn.
Ο αγρότης κουβάλησε ένα δεμάτι σιταριού από το χωράφι στην αχυρώνα.



























