beaut
beaut
bju:t
μπγουτ
beast

Ορισμός και σημασία του "beaut"στα αγγλικά

01

ομορφιά, όμορφη

a person who is notably attractive or beautiful 
beaut definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
beauts
Παραδείγματα
She was the beaut of the ball, admired by everyone. 

Ήταν η ομορφιά του χορού, θαυμάστηκε από όλους.

02

ένα διαμάντι, ένα θαύμα

an outstanding example or remarkable thing of its kind 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The concert was a beaut of a performance. 

Η συναυλία ήταν ένα αριστούργημα από παράσταση.

01

υπέροχος, εξαιρετικός

remarkable in quality or appearance 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beaut
συγκριτικός βαθμός
more beaut
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, quality, evaluation
Παραδείγματα
She wore a beaut dress to the party. 

Φόρεσε ένα εξαιρετικό φόρεμα στο πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

beautify
beauty
beaut
beauty
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store