shard
shard
ʃɑ:d
σαντ
sharedsherdsward

Ορισμός και σημασία του "shard"στα αγγλικά

01

θραύσμα, κομμάτι

a sharp piece of broken material, such as glass or pottery 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shards
Παραδείγματα
She carefully picked up the shard of glass from the floor. 

Ανασήκωσε προσεκτικά το θραύσμα γυαλιού από το πάτωμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store