Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beatify
01
αγιοποιώ, ανακηρύσσω μακάριο
to declare a deceased person blessed, usually as part of the process toward sainthood in the Roman Catholic Church
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beatify
γ΄ ενικό πρόσωπο
beatifies
ενεστώτα μετοχή
beatifying
απλός αόριστος
beatified
παθητική μετοχή
beatified
Παραδείγματα
The pope beatified the nun for her lifetime of charitable work.
Ο πάπας μακάρισε τη μοναχή για τη ζωή της στην φιλανθρωπική εργασία.
02
κάνει απίστευτα ευτυχισμένο, γεμίζει με ευτυχία
to make someone or something incredibly happy
Παραδείγματα
Meditation can beatify the mind, bringing inner peace.
Ο διαλογισμός μπορεί να ευλογήσει το μυαλό, φέρνοντας εσωτερική ειρήνη.
Λεξικό Δέντρο
beatified
beatify
beat



























