Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beaten-up
01
τσαλακωμένος, φθαρμένος
damaged or in poor condition due to heavy use, wear, or neglect
Παραδείγματα
She carried her tools in a beaten-up toolbox that had been passed down from her grandfather.
Μετέφερε τα εργαλεία της σε ένα φθαρμένο κουτί εργαλείων που της είχε περάσει ο παππούς της.



























