beaten-up
bea
bi:
bi
ten
ˌtən
tēn
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "beaten-up"στα αγγλικά

01

τσαλακωμένος, φθαρμένος

damaged or in poor condition due to heavy use, wear, or neglect 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beaten-up
συγκριτικός βαθμός
more beaten-up
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He drove a beaten-up old truck that barely made it through the trip. 

Οδήγησε ένα παλιό φορτηγό που μετά βίας τα κατάφερε στο ταξίδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store