beaten-up
Pronunciation
/bˈiːʔn̩ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "beaten-up"στα αγγλικά

01

τσαλακωμένος, φθαρμένος

damaged or in poor condition due to heavy use, wear, or neglect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beaten-up
συγκριτικός βαθμός
more beaten-up
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She carried her tools in a beaten-up toolbox that had been passed down from her grandfather.
Μετέφερε τα εργαλεία της σε ένα φθαρμένο κουτί εργαλείων που της είχε περάσει ο παππούς της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store