Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shag
01
κορμοράνος με φούντα, shag
a web-footed aquatic bird of the cormorant family with dark green plumage and a unique crest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shags
02
ένα ζωηρό βήμα χορού που αποτελείται από πηδήγματα σε κάθε πόδι εναλλάξ, ένα βήμα shag
a lively dance step consisting of hopping on each foot in turn
03
γαμήσι, παρτουζιά
an act of sexual intercourse
Dialect
British
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
They had a quick shag before heading to work.
Είχαν ένα γρήγορο σεξ πριν πάνε στη δουλειά.
04
ελαστικό ύφασμα, ελαστικό υλικό
made with strands or inserts of elastic
05
ύφασμα με μακρύ τραχύ πάκο, υλικό με μακρύ τραχύ πάκο
a fabric with long coarse nap
06
μια μπερδεμένη μπούκλα μαλλιών ή ινών, μια μπερδεμένη δέσμη μαλλιών ή ινών
a matted tangle of hair or fiber
07
δυνατό και χοντρό καπνό που έχει κοπεί, κομμένος χοντρός καπνός
a strong coarse tobacco that has been shredded
08
περιστασιακός σύντροφος, σχέση μιας βραδιάς
a casual sexual partner
Dialect
British
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He brought a new shag to the party every weekend.
Έφερνε έναν νέο τυχαίο σεξουαλικό σύντροφο στο πάρτι κάθε Σαββατοκύριακο.
to shag
01
χορεύω το shag, κάνω shag
dance the shag
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
shag
γ΄ ενικό πρόσωπο
shags
ενεστώτα μετοχή
shagging
απλός αόριστος
shagged
παθητική μετοχή
shagged
02
γαμάω, πηδάω
to have sex with someone
Dialect
British
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
They shagged all night after meeting at the party.
Έκαναν σεξ όλη τη νύχτα αφού γνωρίστηκαν στο πάρτι.
03
αυνανίζομαι, τρίβω
to stimulate one's own genitals for sexual pleasure
Dialect
British
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
She shagged herself with her new toy until she came twice.
Αυνανίστηκε με το νέο της παιχνίδι μέχρι να φτάσει σε οργασμό δύο φορές.
Λεξικό Δέντρο
shaggy
shag



























