Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shaded
01
σκιασμένος, στη σκιά
partially or completely covered from direct sunlight, typically by shadows, objects, or structures
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shaded
συγκριτικός βαθμός
more shaded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The shaded area under the tree provided relief from the hot sun.
Η σκιασμένη περιοχή κάτω από το δέντρο παρείχε ανακούφιση από τον καυτό ήλιο.
02
σκιασμένος, βαθμιαίος
(of pictures or drawings) drawn or painted with degrees or gradations of shadow
Λεξικό Δέντρο
unshaded
shaded
shade



























