beast
beast
bi:st
bist
blastbreastbeatsboast

Ορισμός και σημασία του "beast"στα αγγλικά

01

τέρας, άγριο ζώο

an animal, usually a wild or dangerous one 
beast definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
beasts
Παραδείγματα
The beast roared, shaking the ground beneath it. 

Το τέρας βρυχήθηκε, κουνώντας το έδαφος κάτω του.

02

τέρας, κτήνος

a cruelly rapacious person 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

beastly
beastly
beast
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store