Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
settled
01
συμφωνημένος, επιλυμένος
agreed upon, decided, or resolved
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most settled
συγκριτικός βαθμός
more settled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dispute between the neighbors was finally settled after mediation by a third party.
Η διαμάχη μεταξύ των γειτόνων τελικά διευθετήθηκε μετά από μεσολάβηση τρίτου μέρους.
02
εγκατεστημένος, σταθερός
fixed in a desired state or location, often implying a sense of permanence or stability
Παραδείγματα
After years of travel, he felt settled in his quaint cottage by the lake.
Μετά από χρόνια ταξιδιών, ένιωθε εγκατεστημένος στο γραφικό του σπιτάκι δίπρα στη λίμνη.
03
κατοικημένος, αποικισμένος
occupied or established by people who have made a permanent home or colony there
Παραδείγματα
The region became settled after years of exploration.
Η περιοχή έγινε κατοικημένη μετά από χρόνια εξερεύνησης.
04
καθιερωμένος, αμετάβλητος
not likely to change
Παραδείγματα
Her views on the matter are settled.
Οι απόψεις της για το θέμα είναι σταθερές.
Λεξικό Δέντρο
resettled
unsettled
settled
settle



























