Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to set forth
01
παρουσιάζω, εκθέτω
to present information or arguments in a coherent and clear manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
forth
βασικό ρήμα
set
ενεστώτας
set forth
γ΄ ενικό πρόσωπο
sets forth
ενεστώτα μετοχή
setting forth
απλός αόριστος
set forth
παθητική μετοχή
set forth
Παραδείγματα
He set the plan forth during the board meeting with clear and concise arguments.
Παρουσίασε το σχέδιο κατά τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου με σαφή και συνοπτικά επιχειρήματα.
02
ξεκινώ το ταξίδι, αναχωρώ
to start a journey
Παραδείγματα
She set forth on her road trip early in the morning.
Αυτή ξεκίνησε το ταξίδι της νωρίς το πρωί.



























