servile
ser
ˈsɜr
σερρ
vile
vəl
βαλ
/sˈɜːva‍ɪl/

Ορισμός και σημασία του "servile"στα αγγλικά

01

δουλοπρεπής, υποκριτικός

very keen to please and obey others
Παραδείγματα
The servile manner in which he answered every command highlighted his fear of losing his position.
Ο δουλοπρεπής τρόπος με τον οποίο απάντησε σε κάθε εντολή τόνισε το φόβο του να χάσει τη θέση του.
02

δουλικός, υποτακτικός

associated with or characteristic of a slave
Παραδείγματα
He despised the servile tasks assigned to him, which stripped him of his dignity.
Περιφρονούσε τις δουλικές εργασίες που του ανατέθηκαν, οι οποίες τον στέρησαν από την αξιοπρέπειά του.

Λεξικό Δέντρο

servilely
unservile
servile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store