Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
servile
01
δουλοπρεπής, υποκριτικός
very keen to please and obey others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most servile
συγκριτικός βαθμός
more servile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His servile behavior toward the manager made his colleagues uncomfortable.
Η δουλοπρεπής συμπεριφορά του απέναντι στον διευθυντή έκανε τους συναδέλφους του να νιώθουν άβολα.
02
δουλικός, υποτακτικός
associated with or characteristic of a slave
Παραδείγματα
The servile conditions in which the workers lived were a grim reminder of historical injustices.
Οι δουλικές συνθήκες στις οποίες ζούσαν οι εργάτες ήταν μια ζοφερή υπενθύμιση των ιστορικών αδικιών.
Λεξικό Δέντρο
servilely
unservile
servile



























