seriousness
se
ˈsɪə
sie
rious
riəs
riēs
ness
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "seriousness"στα αγγλικά

01

σοβαρότητα, βαρύτητα

the genuine and sincere feeling of being earnest and committed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
seriousnesses
Παραδείγματα
The seriousness of his tone made everyone pay attention. 

Η σοβαρότητα του τόνου του έκανε όλους να δώσουν προσοχή.

02

σοβαρότητα, βαρύτητα

the quality of arousing fear or distress 
03

σοβαρότητα, βαρύτητα

the trait of being serious 

Λεξικό Δέντρο

seriousness
serious
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store