Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
serendipitous
01
τυχερός, τυχαίος
unexpectedly fortunate or successful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most serendipitous
συγκριτικός βαθμός
more serendipitous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fortune, events, experience
Παραδείγματα
Their serendipitous encounter in the bookstore led to a deep and lasting friendship.
Η τυχαία συνάντησή τους στο βιβλιοπωλείο οδήγησε σε μια βαθιά και διαρκής φιλία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
serendipitously
serendipitous



























