sequel
seq
ˈsi:k
σικ
uel
wəl
ουαλ

Ορισμός και σημασία του "sequel"στα αγγλικά

01

συνέχεια

a book, movie, play, etc. that continues and extends the story of an earlier one 
sequel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sequels
Παραδείγματα
The highly anticipated sequel to the bestselling novel was released to critical acclaim. 

Η πολυαναμενόμενη συνέχεια του μπεστ σέλερ μυθιστορήματος κυκλοφόρησε με επαίνους από τους κριτικούς.

02

συνέπεια, αποτέλεσμα

something that follows or results from a previous event or situation 
Παραδείγματα
The argument had an unpleasant sequel. 

Το επιχείρημα είχε μια δυσάρεστη συνέχεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store