sequel
Pronunciation
/ˈsiːkwəl/

Ορισμός και σημασία του "sequel"στα αγγλικά

01

συνέχεια

a book, movie, play, etc. that continues and extends the story of an earlier one
sequel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sequels
Παραδείγματα
The sequel exceeded expectations, introducing new twists and revelations that kept audiences on the edge of their seats.
Η συνέχεια ξεπέρασε τις προσδοκίες, εισάγοντας νέες ανατροπές και αποκαλύψεις που κράτησαν το κοινό στην άκρη των καθισμάτων τους.
02

συνέπεια, αποτέλεσμα

something that follows or results from a previous event or situation
Παραδείγματα
The scandal became the inevitable sequel to years of corruption.
Το σκάνδαλο έγινε η αναπόφευκτη συνέχεια μετά από χρόνια διαφθοράς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store