sepulchral
se
σι
pulch
ˈpʌlk
παλκ
ral
rəl
ραλ

Ορισμός και σημασία του "sepulchral"στα αγγλικά

sepulchral
01

ταφικός, νεκρικός

relating to places where the dead were buried 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
death, architecture, atmosphere
Παραδείγματα
The sepulchral atmosphere of the ancient tomb left visitors with a sense of solemn reverence. 

Η ταφική ατμόσφαιρα του αρχαίου τάφου άφησε τους επισκέπτες με ένα αίσθημα σεμνής ευλάβειας.

02

ταφικός, νεκρικός

suited to or suggestive of a grave or burial 
03

ταφικός, μελαγχολικός

having a gloomy atmosphere that reminds one of tombs or graves 
Παραδείγματα
The abandoned house had a sepulchral feel to it. 

Το εγκαταλειμμένο σπίτι είχε μια ταφική ατμόσφαιρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sepulchral
sepulch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store