Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sentimental
01
συναισθηματικός, ευαίσθητος
showing or aiming to stir feelings of tenderness, or sorrow, in a way that may seem exaggerated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sentimental
συγκριτικός βαθμός
more sentimental
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film's ending was overly sentimental.
Το τέλος της ταινίας ήταν υπερβολικά συναισθηματικό.
02
συναισθηματικός, ευαίσθητος
characterized by or expressing feelings
Παραδείγματα
Her diary entries were sentimental reflections on her youth.
Οι καταχωρήσεις στο ημερολόγιό της ήταν συναισθηματικές αναστοχασμοί για τη νεότητά της.
Λεξικό Δέντρο
sentimentality
sentimentalize
sentimentally
sentimental
sentiment



























