Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sentimental
01
συναισθηματικός, ευαίσθητος
showing or aiming to stir feelings of tenderness, or sorrow, in a way that may seem exaggerated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sentimental
συγκριτικός βαθμός
more sentimental
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The play was criticized for its sentimental dialogue.
Το έργο επικρίθηκε για τον συναισθηματικό διάλογό του.
02
συναισθηματικός, ευαίσθητος
characterized by or expressing feelings
Παραδείγματα
Many sentimental songs are written about lost love.
Πολλά συναισθηματικά τραγούδια γράφονται για χαμένη αγάπη.
Λεξικό Δέντρο
sentimentality
sentimentalize
sentimentally
sentimental
sentiment



























