sentient
sen
ˈsɛn
sen
tient
ʃənt
shēnt
sentiment

Ορισμός και σημασία του "sentient"στα αγγλικά

01

ευαίσθητος, συνειδητός

possessing the ability to experience, feel, or perceive things through the senses 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sentient
συγκριτικός βαθμός
more sentient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The robot was designed to mimic human behavior but was not truly sentient. 

Το ρομπότ σχεδιάστηκε να μιμείται την ανθρώπινη συμπεριφορά αλλά δεν ήταν πραγματικά αισθανόμενο.

Λεξικό Δέντρο

insentient
sentient
sense
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store