sentient
sen
ˈsɛn
σεν
tient
ʃənt
σαντ
/sˈɛnʃənt/

Ορισμός και σημασία του "sentient"στα αγγλικά

01

ευαίσθητος, συνειδητός

possessing the ability to experience, feel, or perceive things through the senses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sentient
συγκριτικός βαθμός
more sentient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ethical treatment of sentient creatures is a significant concern in animal welfare.
Η ηθική μεταχείριση των αισθανόμενων πλασμάτων είναι ένα σημαντικό ζήτημα στην ευζωία των ζώων.

Λεξικό Δέντρο

insentient
sentient
sense
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store