Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sentience
01
αισθησιαρχία, αντιληπτική συνείδηση
the faculty through which the external world is apprehended
02
αισθητικότητα, στοιχειώδης συνείδηση
the readiness to perceive sensations; elementary or undifferentiated consciousness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
03
αισθήσεις, στοιχειώδης συνείδηση
state of elementary or undifferentiated consciousness
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
insentience
sentiency
sentience
sense



























