Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sensationalistic
01
ευφάνταστος
provoking a strong reaction or interest rather than providing balanced or accurate information
Παραδείγματα
The TV show 's sensationalistic approach to crime stories boosted ratings but drew criticism from viewers for its lack of depth.
Η ευαίσθητη προσέγγιση της τηλεοπτικής εκπομπής για τις ιστορίες εγκλήματος αύξησε τις τηλεθεάσεις αλλά προκάλεσε κριτική από τους θεατές για την έλλειψη βάθους.
Λεξικό Δέντρο
sensationalistic
sensation



























