Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Senior high school
01
λύκειο, ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση
a school attended by students between the ages of 14 and 18
Dialect
American
Παραδείγματα
Graduating from senior high school is a significant achievement, marking the completion of secondary education and the transition to adulthood.
Η αποφοίτηση από το λύκειο είναι ένα σημαντικό επίτευγμα, που σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και τη μετάβαση στην ενηλικίωση.



























