to senesce
se
σι
nesce
ˈnɛs
νεσ
saneness

Ορισμός και σημασία του "senesce"στα αγγλικά

to senesce
01

γερνάω, μεγαλώνω σε ηλικία

grow old or older 
to senesce definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
senesce
γ΄ ενικό πρόσωπο
senesces
ενεστώτα μετοχή
senescing
απλός αόριστος
senesced
παθητική μετοχή
senesced

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

senescence
senescent
senesce
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store