Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to senesce
01
γερνάω, μεγαλώνω σε ηλικία
grow old or older
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
senesce
γ΄ ενικό πρόσωπο
senesces
ενεστώτα μετοχή
senescing
απλός αόριστος
senesced
παθητική μετοχή
senesced
Λεξικό Δέντρο
senescence
senescent
senesce



























