senesce
se
ˈsɛ
σε
nesce
nɛs
νεσ
/sˈɛnɛs/

Ορισμός και σημασία του "senesce"στα αγγλικά

to senesce
01

γερνάω, μεγαλώνω σε ηλικία

grow old or older
to senesce definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
senesce
γ΄ ενικό πρόσωπο
senesces
ενεστώτα μετοχή
senescing
απλός αόριστος
senesced
παθητική μετοχή
senesced
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store