Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to send down
01
προσωρινή αναστολή, προσωρινή αποβολή
to briefly suspend a student from a college or university as a disciplinary action
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
send
ενεστώτας
send down
γ΄ ενικό πρόσωπο
sends down
ενεστώτα μετοχή
sending down
απλός αόριστος
sent down
παθητική μετοχή
sent down
Παραδείγματα
Being sent down can have serious consequences for a student's academic career.
Η προσωρινή αποβολή μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για την ακαδημαϊκή καριέρα ενός φοιτητή.
02
φυλακίζω, καταδικάζω σε φυλάκιση
to imprison someone for a specific duration
Dialect
British
Παραδείγματα
If found guilty, the court could send the embezzler down for a significant period.
Αν κριθεί ένοχος, το δικαστήριο θα μπορούσε να φυλακίσει τον υπεξαιρέτη για σημαντικό χρονικό διάστημα.
03
κατεβάζω
to move a player to a lower-level team when they are not performing well or need more practice
Παραδείγματα
Despite high expectations, the team decided to send down the infielder to help him regain his confidence.
Παρά τις υψηλές προσδοκίες, η ομάδα αποφάσισε να στείλει κάτω τον εσωτερικό παίκτη για να τον βοηθήσει να ανακτήσει την αυτοπεποίθησή του.



























