Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to send down
01
προσωρινή αναστολή, προσωρινή αποβολή
to briefly suspend a student from a college or university as a disciplinary action
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
send
ενεστώτας
send down
γ΄ ενικό πρόσωπο
sends down
ενεστώτα μετοχή
sending down
απλός αόριστος
sent down
παθητική μετοχή
sent down
Παραδείγματα
He was sent down from Oxford for his involvement in a cheating scandal.
Αποβλήθηκε από το Oxford για τη συμμετοχή του σε ένα σκάνδαλο εξαπάτησης.
02
φυλακίζω, καταδικάζω σε φυλάκιση
to imprison someone for a specific duration
Dialect
British
Παραδείγματα
The judge decided to send the criminal down for a 10-year prison term.
Ο δικαστής αποφάσισε να καταδικάσει τον εγκληματία σε 10ετή φυλάκιση.
03
κατεβάζω
to move a player to a lower-level team when they are not performing well or need more practice
Παραδείγματα
The manager decided to send the struggling pitcher down to the minor leagues for some additional seasoning.
Ο μάνατζερ αποφάσισε να στείλει τον αγωνιζόμενο pitcher στα μικρότερα πρωταθλήματα για κάποια επιπλέον εμπειρία.



























