Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seminal
01
σπερματικός, σχετικός με το σπερματικό υγρό
relating to reproductive fluid containing sperm cells
Παραδείγματα
The test measured the seminal quality to assess reproductive health.
Η δοκιμή μέτρησε την σπερματική ποιότητα για την αξιολόγηση της αναπαραγωγικής υγείας.
02
θεμελιώδης, καθοριστικός
having a strong influence on future developments, ideas, or work
Παραδείγματα
The book was a seminal work in modern philosophy.
Το βιβλίο ήταν ένα πρωτοποριακό έργο στη σύγχρονη φιλοσοφία.



























