Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Self-regard
01
επιμέλεια του εαυτού, ανησυχία για το προσωπικό συμφέρον
consideration or concern for oneself or one’s own interest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























