self-esteem
Pronunciation
/sˈɛlfɛstˈiːm/

Ορισμός και σημασία του "self-esteem"στα αγγλικά

01

αυτοεκτίμηση, αυτοπεποίθηση

satisfaction with or confidence in one's own abilities or qualities
self-esteem definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Constant failure can harm one ’s self-esteem.
Η συνεχής αποτυχία μπορεί να βλάψει την αυτοεκτίμηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store