self-esteem
self
sɛlf
self
es
ɪs
is
teem
ti:m
tim

Ορισμός και σημασία του "self-esteem"στα αγγλικά

01

αυτοεκτίμηση, αυτοπεποίθηση

satisfaction with or confidence in one's own abilities or qualities 
self-esteem definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Positive feedback from her peers boosted her self-esteem. 

Η θετική ανατροφοδότηση από τους συνομηλίκους της ενίσχυσε την αυτοεκτίμησή της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store