Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
self-contained
01
αυτόνομος, ανεξάρτητος
forming a fully self-sufficient and independent unit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-contained
συγκριτικός βαθμός
more self-contained
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The apartment is self-contained, with its own kitchen and bathroom.
Το διαμέρισμα είναι αυτόνομο, με δική του κουζίνα και μπάνιο.
02
αυτάρκης, συγκρατημένος
able to manage emotions and maintain independence without outward expression
Παραδείγματα
She was self-contained, rarely revealing her inner thoughts.
Ήταν αυτάρκης, σπάνια αποκαλύπτοντας τις εσωτερικές της σκέψεις.



























