self-confidence
Pronunciation
/ˌsɛɫfˈkɑnfədəns/

Ορισμός και σημασία του "self-confidence"στα αγγλικά

Self-confidence
01

αυτοπεποίθηση, εμπιστοσύνη στον εαυτό

the belief and trust in oneself and one's abilities
self-confidence definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She struggled with self-confidence, especially in social settings.
Πάλευε με την αυτοπεποίθηση, ειδικά σε κοινωνικές ρυθμίσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store