Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
self-colored
01
μονόχρωμος, ομοιόχρωμος
having one uniform color throughout, without patterns or variations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-colored
συγκριτικός βαθμός
more self-colored
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The self-colored tiles created a seamless look in the bathroom, enhancing the space.
Τα μονόχρωμα πλακάκια δημιούργησαν μια αδιάσπαστη εμφάνιση στο μπάνιο, βελτιώνοντας τον χώρο.



























