Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
self-assertive
01
αυτοβέβαιος, αυταρχικός
aggressively self-assured
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-assertive
συγκριτικός βαθμός
more self-assertive
διαβαθμίσιμο
02
αλαζονικός, αυταρχικός
offensively self-assertive



























