self-assertive
self
sɛlf
self
a
ə
ē
sser
sɜ:
tive
tɪv
tiv

Ορισμός και σημασία του "self-assertive"στα αγγλικά

self-assertive
01

αυτοβέβαιος, αυταρχικός

aggressively self-assured 
self-assertive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-assertive
συγκριτικός βαθμός
more self-assertive
διαβαθμίσιμο
02

αλαζονικός, αυταρχικός

offensively self-assertive 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store