Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
self-asserting
01
αυτοβεβαιωτικός, αυταρχικός
aggressively self-assured
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-asserting
συγκριτικός βαθμός
more self-asserting
διαβαθμίσιμο



























