seismologist
seis
saɪz
saiz
mo
ˈmɒ
mo
lo
gist
ʤɪst
jist
entomologistpsychologistmusicologistgynecologist

Ορισμός και σημασία του "seismologist"στα αγγλικά

01

σεισμολόγος, ειδικός σε σεισμούς

a scientist who specializes in the study of earthquakes and seismic waves, investigating their causes, effects, and patterns 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
seismologists
Παραδείγματα
The seismologist monitors seismic activity to assess earthquake risks in the region. 

Ο σεισμολόγος παρακολουθεί τη σεισμική δραστηριότητα για να αξιολογήσει τους κινδύνους σεισμού στην περιοχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

seismologist
seismology
seismo
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store