Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to segregate
01
διαχωρίζω, ταξινομώ
to separate and group one thing apart from another based on specific criteria
Transitive: to segregate sb/sth
Παραδείγματα
In waste management, it is crucial to segregate recyclables from non-recyclables.
Στη διαχείριση αποβλήτων, είναι κρίσιμο να διαχωρίζονται τα ανακυκλώσιμα από τα μη ανακυκλώσιμα.
02
διαχωρίζω, απομονώνω
to employ a system that sorts out people in the society based on their race or religion
Transitive: to segregate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
segregate
γ΄ ενικό πρόσωπο
segregates
ενεστώτα μετοχή
segregating
απλός αόριστος
segregated
παθητική μετοχή
segregated
Παραδείγματα
The organization's membership criteria segregate individuals based on their religious beliefs.
Τα κριτήρια μέλους του οργανισμού διαχωρίζουν τα άτομα με βάση τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.
Segregate
01
διαχωρισμένος, άτομο που έχει υποστεί διαχωρισμό
someone who is or has been segregated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
segregates
Λεξικό Δέντρο
desegregate
segregated
segregation
segregate
segreg



























