Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to seethe
01
βράζω, αναβράζω εσωτερικά
to feel extremely worried and angry internally while trying not to show it externally
Intransitive
Παραδείγματα
She sat there, seething with anger, but her face remained impassive.
Καθόταν εκεί, βράζοντας από θυμό, αλλά το πρόσωπό της παρέμεινε απαθές.
02
βράζω, ζυμώνω
to boil or churn vigorously
Intransitive
Παραδείγματα
Over the years, the volcano has intermittently seethed with activity, occasionally erupting in spectacular displays of molten lava and ash.
Με τα χρόνια, το ηφαίστειο έχει βράσει διαλείπτοντας με δραστηριότητα, εκρήγνυονται περιστασιακά σε θεαματικές εκδηλώσεις λιωμένης λάβας και τέφρας.
03
βράζω, κινώ δυνατά
to be full of activity or people, moving quickly and energetically
Intransitive: to seethe with people or activities
Παραδείγματα
The airport was seething with passengers scrambling to catch their flights.
Το αεροδρόμιο βούιζε από επιβάτες που έτρεχαν να προλάβουν τις πτήσεις τους.
Λεξικό Δέντρο
seething
seethe



























