Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Seesaw
01
τραμπάλα, ζυγός παιχνιδιού
a piece of playground equipment made of a long flat piece of wood or iron balanced in the middle, on each side of which children sit to take a turn going up and down
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
seesaws
to seesaw
01
κουνιέμαι, ταλαντεύομαι
move up and down as if on a seesaw
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
seesaw
γ΄ ενικό πρόσωπο
seesaws
ενεστώτα μετοχή
seesawing
απλός αόριστος
seesawed
παθητική μετοχή
seesawed
02
κουνιέμαι στην τραμπάλα, παίζω στην τραμπάλα
ride on a plank
03
κουνιέμαι, ταλαντεύομαι
move unsteadily, with a rocking motion
04
ταλαντεύομαι, αλλάζω
to constantly change from one opinion, state, or mood to another and then back again
Transitive
Λεξικό Δέντρο
seesaw
see
saw



























