to seek out
Pronunciation
/sˈiːk ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "seek out"στα αγγλικά

to seek out
01

αναζητώ, ψάχνω

look for a specific person or thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
seek
ενεστώτας
seek out
γ΄ ενικό πρόσωπο
seeks out
ενεστώτα μετοχή
seeking out
απλός αόριστος
sought out
παθητική μετοχή
sought out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store