Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to seek out
01
αναζητώ, ψάχνω
look for a specific person or thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
seek
ενεστώτας
seek out
γ΄ ενικό πρόσωπο
seeks out
ενεστώτα μετοχή
seeking out
απλός αόριστος
sought out
παθητική μετοχή
sought out



























