Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to seduce
01
αποπλανώ, γοητεύω
to persuade someone into engaging in sexual activity, often through charm
Transitive: to seduce sb
Παραδείγματα
The character in the novel used cunning tactics to seduce the protagonist.
Ο χαρακτήρας στο μυθιστόρημα χρησιμοποίησε πονηρές τακτικές για να αποπλανήσει τον πρωταγωνιστή.
02
γοητεύω, παρασύρω
to influence someone to do something by making it seem interesting or pleasant
Transitive: to seduce sb | to seduce sb into sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
seduce
γ΄ ενικό πρόσωπο
seduces
ενεστώτα μετοχή
seducing
απλός αόριστος
seduced
παθητική μετοχή
seduced
Παραδείγματα
The advertisement seduced consumers with promises of luxury and convenience.
Η διαφήμιση αποπλάνησε τους καταναλωτές με υποσχέσεις πολυτέλειας και ευκολίας.
Λεξικό Δέντρο
seducer
seduction
seductive
seduce



























