sedative
se
ˈsɛ
σε
da
ντα
tive
tɪv
τιβ
/sˈɛdətˌɪv/

Ορισμός και σημασία του "sedative"στα αγγλικά

01

κατασταλτικό, ηρεμιστικό

any drug that is used to make one feel calm or induce sleep
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sedatives
01

καταπραϋντικός, ηρεμιστικός

tending to soothe or tranquilize
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sedative
συγκριτικός βαθμός
more sedative
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store