Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beaming
01
λαμπερός, ακτινοβόλος
filled with a sense of joy or happiness, often to the point of appearing to glow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beaming
συγκριτικός βαθμός
more beaming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She had a beaming smile on her face as she walked down the aisle.
Είχε ένα λαμπερό χαμόγελο στο πρόσωπό της καθώς περπατούσε στο διάδρομο.
02
λαμπερός, ακτινοβόλος
emitting or appearing to emit light
Παραδείγματα
The lighthouse stood beaming across the dark waters.
Ο φάρος στέκονταν λαμποκοπώντας πάνω από τα σκοτεινά νερά.
Λεξικό Δέντρο
beaming
beam



























