secularism
se
ˈsɛ
se
cu
kjʊ
kyoo
la
ri
ri
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "secularism"στα αγγλικά

01

κοσμικότητα, εκκοσμίκευση

the doctrine that separates the state from religious associations 
secularism definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
secularisms
Παραδείγματα
Secularism is a core principle in the country's constitution. 

Ο κοσμικισμός είναι μια βασική αρχή στο σύνταγμα της χώρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store