Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Secreter
01
εκκριτικό όργανο
any of various organs that synthesize substances needed by the body and release it through ducts or directly into the bloodstream
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
secreters
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
secreter
secret



























