Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to secrete
01
εκκρίνω, παράγω
(of a cell, gland, or organ) to produce and release a liquid substance in the body
Transitive: to secrete a liquid substance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
secrete
γ΄ ενικό πρόσωπο
secretes
ενεστώτα μετοχή
secreting
απλός αόριστος
secreted
παθητική μετοχή
secreted
Παραδείγματα
Sweat glands secrete perspiration, helping to regulate body temperature.
Οι ιδρωτοποιές αδένες εκκρίνουν ιδρώτα, βοηθώντας στη ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος.
02
κρύβω, αποκρύπτω
to hide something, often by placing it out of sight
Transitive: to secrete sth
Παραδείγματα
The detective suspected that the criminal had secreted stolen goods in the abandoned warehouse.
Ο ντετέκτιβ υποπτευόταν ότι ο εγκληματίας είχε κρύψει κλεμμένα αγαθά στην εγκαταλελειμμένη αποθήκη.



























