Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to secrete
01
εκκρίνω, παράγω
(of a cell, gland, or organ) to produce and release a liquid substance in the body
Transitive: to secrete a liquid substance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
secrete
γ΄ ενικό πρόσωπο
secretes
ενεστώτα μετοχή
secreting
απλός αόριστος
secreted
παθητική μετοχή
secreted
Παραδείγματα
Salivary glands secrete enzymes that aid in the digestion of food.
Οι σιελογόνες αδένες εκκρίνουν ενζύματα που βοηθούν στην πέψη των τροφών.
02
κρύβω, αποκρύπτω
to hide something, often by placing it out of sight
Transitive: to secrete sth
Παραδείγματα
The spy learned to secrete important documents in a hidden compartment.
Ο κατάσκοπος έμαθε να κρύβει σημαντικά έγγραφα σε ένα κρυφό διαμέρισμα.



























