Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Seafood
01
θαλασσινά, προϊόντα της θάλασσας
any sea creature that is eaten as food such as fish, shrimp, seaweed, and shellfish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
seafoods
Παραδείγματα
She's a seafood aficionado, specializing in preparing sushi and sashimi at home.
Είναι λάτρης των θαλασσινών, ειδικευμένη στην παρασκευή σούσι και σασίμι στο σπίτι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
seafood
sea
food



























