seafaring
sea
ˈsi:
si
fa
feə
fe
ring
rɪng
ring
searing

Ορισμός και σημασία του "seafaring"στα αγγλικά

01

ναυτιλία, δουλειά του ναύτη

the work of a sailor 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

ναυσιπλοΐα, ταξίδι στη θάλασσα

travel by water 
01

ναυτικός, θαλασσινός

concerning or involving travel by sea, especially for work or adventure 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The seafaring life was filled with long journeys and constant challenges. 

Η ναυτική ζωή ήταν γεμάτη με μακρινά ταξίδια και συνεχείς προκλήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store