Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sculptor
01
γλύπτης, αγαλματοποιός
someone who makes works of art by carving or shaping stone, wood, clay, metal, etc. into different forms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sculptors
Παραδείγματα
The sculptor meticulously chiseled away at the marble block, transforming it into a lifelike statue of a historical figure.
Ο γλύπτης σμιλεύει προσεκτικά το μαρμάρινο μπλοκ, μετατρέποντάς το σε ένα ρεαλιστικό άγαλμα μιας ιστορικής φιγούρας.
02
Γλύπτης, Αστερισμός του Γλύπτη
a faint southern‑hemisphere constellation introduced by Lacaille, located south of Cetus and bordering Phoenix, containing several dim stars and notable galaxies
Παραδείγματα
Stargazers in the southern latitudes looked toward Sculptor to spot the faint smudge of the Sculptor Galaxy through the telescope.
Οι αστρολάτρες στα νότια γεωγραφικά πλάτη κοίταζαν προς τον Γλύπτη για να εντοπίσουν το αμυδρό λεκέ του Γαλαξία του Γλύπτη μέσα από το τηλεσκόπιο.
Λεξικό Δέντρο
sculptor
sculpt



























